λεπτομερώς


λεπτομερώς
[лэптомэрос] επί, подробно, детально,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λεπτομερώς" в других словарях:

  • λεπτομερώς — (AM λεπτομερῶς) επίρρ. βλ. λεπτομερής …   Dictionary of Greek

  • λεπτομερῶς — λεπτομερής composed of small particles adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπτομερής — ές (AM λεπτομερής, ές) αυτός που εξετάζεται ή γίνεται με κάθε ακρίβεια και λεπτομέρεια, λεπτολογικός, λεπτομερειακός («λεπτομερής εξέταση τών πραγμάτων») μσν. αρχ. αυτός που αποτελείται από μικρά μέρη, από μόρια αρχ. (για πρόσ.) κομψός, φιλόκαλος …   Dictionary of Greek

  • εκδιηγούμαι — ἐκδιηγοῡμαι ( έομαι) (AM) διηγούμαι λεπτομερώς μσν. περιγράφω λεπτομερώς …   Dictionary of Greek

  • κατεξετάζω — (AM) εξετάζω λεπτομερώς και προσεκτικά αρχ. 1. κρίνω, ανακρίνω, αποφασίζω, δικάζω 2. παθ. κατεξετάζομαι α) δοκιμάζομαι («ἄνδρα πολλοῑς κατεξητασμένον πολέμοις», Γ. Ακροπ.) β) εξετάζομαι λεπτομερώς, με προσοχή …   Dictionary of Greek

  • προεκδιδάσκω — Α διδάσκω λεπτομερώς κάτι προηγουμένως («πρᾱγμα οἰκεῑον προεκδιδάσκειν χρησίμως», Ιάμβλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐκδιδάσκω «διδάσκω λεπτομερώς»] …   Dictionary of Greek

  • Πίνδαρος — I Αρχαίος Έλληνας ποιητής (Κυνός Κεφαλαί, Βοιωτία 518 Άργος 440 π.Χ.), ο κορυφαίος των αρχαίων λυρικών. Ξένος πνευματικά στη μεταβολή που ακολούθησε μετά τους περσικούς πολέμους και οδήγησε στον θρίαμβο της δημοκρατίας, παράμεινε επίμονα… …   Dictionary of Greek

  • έκταση — Κίνηση άρθρωσης, κατά την οποία δύο γειτονικά οστά ευθυγραμμίζονται σε σχέση το ένα με το άλλο. Η αντίθετη κίνηση είναι η κάμψη. * * * η (AM ἔκτασις) 1. άπλωμα, τέντωμα («έκταση τών χειρών») 2. συνεκδ. μέγεθος, ευρύτητα, σπουδαιότητα («έκταση… …   Dictionary of Greek

  • αγλαφάζω — και αγλαθάζω 1. καθαρίζω αυλάκι ή οχετό για να περνάει το νερό ανεμπόδιστα 2. κοιλαίνω κάτι με σκάψιμο, βαθουλώνω 3. αφήνω το νερό να περάσει καθαρίζοντας το αυλάκι, τού «δίνω δρόμο» 4. ερευνώ λεπτομερώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ουσ. γλάφυ (= κοίλωμα] …   Dictionary of Greek

  • αδιακανόνιστος — η, ο [διακανονίζω] αυτός που δεν διακανονίστηκε λεπτομερώς, δεν διευθετήθηκε, ατακτοποίητος, αρρύθμιστος …   Dictionary of Greek